Έπσταϊν κι άλλοι μάγκες
Βασίλισσες και πρίγκιπες και άλλοι μεγιστάνες,
μπήκανε σαν τα πρόβατα, στου Έπσταϊν τις στάνες.
Κι από παλάτια ξακουστά, κατέβαιναν με χάρη,
να δείξουν στην ελίτ κι αυτοί, πως ξέρουν το παζάρι.
Αλλά στη στάνη ο Έπσταϊν, δεν είχε κατσικάκια,
αλλά τσούρμο τσαχπίνικα κι όμορφα κοριτσάκια.
Ο αείμνηστος χρηματιστής, ο νέος Καζανόβας,
κατά τα άλλα δήλωνε, πως ήταν λάτρης γόβας.
Αλλά τα κοριτσάκια του, τα είχε…ξεγοβιάσει
κι ένα χέρι, τουλάχιστον, τα ’χει όλα περάσει.
Την πολυευχαρίστησε, την τρομερή…χολή του
και τα παιδιά μετάθεσε, στο ιδιωτικό νησί του.
Κι αφού ήταν τόσο γλυκά, τα ανήλικά του όλα,
τα πρόσφερε στους φίλους του, σαν καραμέλα φόλα.
Κι εκεί συρρέαν σωρηδόν, όλοι οι αφεντάδες,
παράνομοι του έρωτα και χαραμοφαγάδες.
Τρέχαν για να… γλεντήσουνε, δισεκατομμυριούχοι,
πολλές προσωπικότητες, μαφιόζοι πτυχιούχοι.
Πηγαίνανε και ξακουστά και αντρικά μοντέλα,
να απολαύσουν και αυτοί, μια ανώριμη κοπέλα.
Και έναν που τον πιάσανε, πριν χρόνια στη Γαλλία,
μα τη ζωή του αφαίρεσε, πριν βγάλει ομιλία.
Και κάνανε τα όργια, βίαζαν τις μικρούλες,
τις είχανε του έρωτα, σαν παλλακίδες δούλες.
Κι αυτές σαν μεγαλώσανε, τα βγάλανε στη φόρα
και του Έπσταϊν έφτασε, για φυλακή η ώρα.
Αλλά σαν μπήκε φυλακή, αλέκτωρ πριν λαλήσει,
ο μάγκας μάς χαιρέτησε, έχει αυτοκτονήσει.
Μήπως τον αυτοκτόνησαν, τον μάγκα τσαρλατάνο,
που τα χαρέμια χαίρονταν, σαν τον παλιό σουλτάνο;
Ποιος ξέρει τι θα ξέρναγε, για ευγενείς μεγάλους,
για βασιλιάδες, πρίγκιπες, για…αιδοία και για φάλλους.
Θα φώναζε με έκσταση, τι ερωτοκαταιγίδα,
σαράντα χρόνια βαρελάς, τέτοια αλφαδιά δεν είδα!
Θα έλεγε των ευγενών, τις τσαχπινιές, τις γλύκες,
που ’χαν με τις πεντάμορφες και με τις πιτσιρίκες.
Τι θα ’λεγε για πρόεδρους, που κάνουν τον κινέζο
κι ο πρώτος τώρα αμολά, Έπσταϊν μου σε χέζω.
-Εγώ δεν ήρθα να τις δω, ποτέ τις κοπελιές σου
και μη με μπλέκεις στα σκατά και στις βρομοδουλειές σου!
-Ποτέ μου δεν ακούμπησα, τα κρίνα τα ανθισμένα,
τα λόγια σου τα πονηρά, μη μου τα λες εμένα!
Και στη δημοσιότητα, βγάζει το υπουργείο,
όλα του Έπσταϊν τα άπλυτα, σ’ ένα βουνό αρχείο.
Και τώρα ψάχνουν έγγραφα, φάκελοι στοιβαγμένοι
κι όσοι το… σουλατσάρανε, τρέμουνε ιδρωμένοι.
Και βγαίνουνε ονόματα, ο νους σου που δεν πάει,
πέτρα που δεν λογάριαζες, την κεφαλή σου σπάει.
Κι από παλάτια μακρινά, τρίζουνε τα σαλόνια,
ιδρώνουν στέμματα βαριά, θολώνουν τα μπαλκόνια.
Κι άλλοι γαλαζοαίματοι, απ’ τη Σκανδιναβία,
μπλέκονται στην υπόθεση, για μια δωροδοκία.
Έτσι, ο Έπσταϊν μάζευε, τρανούς μέρα με μέρα,
σα να ’παιζε ο άτιμος τη μαγική φλογέρα.
Τους μάζευε και πόρνευαν, μ’ ανήλικες κοπέλες,
έξω κάνουν τους σοβαρούς και στα κρυφά τις τρέλες.
Όπου χρήμα και όνομα, είναι η δύναμή τους,
αλλά είναι παλιάνθρωποι και μαύρη η ψυχή τους.
Βασίλης Μυλωνάς, Ξεριάς, 21/02/2026